Κραν Μοντανά: Συγκλονίζει μαρτυρία εργαζόμενης - «Βλέπω συνέχεια τα πρόσωπα των νεκρών»
«Βλέπω συνεχώς τα πρόσωπα των νεκρών, ανθρώπων που είχα εξυπηρετήσει, που αναγνώρισα έξω, καμένους. Η μυρωδιά έχει μείνει στη μύτη μου» κατέθεσε στους ανακριτές η 25χρονη Γαλλίδα.
Σχεδόν δύο εβδομάδες μετά την ανείπωτη τραγωδία που σημειώθηκε στο ελβετικό θέρετρο Κραν Μοντανά, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, όταν ξέσπασε πυρκαγιά μέσα σε νυχτερινό κέντρο της περιοχής, με την φλόγα να εξαπλώνεται ραγδαία, στοιχίζοντας τη ζωή σε 40 νέους ανθρώπους.
Σύμφωνα με τις τελευταίες αποκαλύψεις, ανάμεσα στα θύματα ήταν και η 24χρονη Κιάν Πανίν, σερβιτόρα του μοιραίου μπαρ, η οποία καθόταν στους ώμους συναδέλφου της κρατώντας δύο μπουκάλια σαμπάνιας με συνδεδεμένα σπινθηροβόλα βεγγαλικά. Οι ιδιοκτήτες του Le Constellation, Ζακ και Τζέσικα Μορέττι, περιέγραψαν πως η νεαρή γυναίκα βρέθηκε «πνιγμένη σε σωρό σωμάτων πίσω από μια κλειδωμένη πόρτα».
Ωστόσο, η τραγωδία «στοιχειώνει» και όσους έμειναν πίσω, όπως η Λουίζ, η μοναδική εργαζόμενη που βγήκε από τη φονική πυρκαγιά χωρίς σωματικά τραύματα. Από τη φωτιά έχασαν τη ζωή τους, ακόμα τρία μέλη του προσωπικού: ο Ματέο, DJ του καταστήματος, η Σιάν Πανίν και ο Στέφαν, υπάλληλος της ασφάλειας.
«Βλέπω συνεχώς τα πρόσωπα των νεκρών, ανθρώπων που είχα εξυπηρετήσει, που αναγνώρισα έξω, καμένους. Η μυρωδιά έχει μείνει στη μύτη μου» κατέθεσε στους ανακριτές η 25χρονη Γαλλίδα κατά την ακρόασή της στις 8 Ιανουαρίου, σύμφωνα με το BFMTV.
Συγκλονίζει η περιγραφή της τραγωδίας
Συγκεκριμένα, στην κατάθεσή της, η Λουίζ ανέφερε ότι εκείνο το βράδυ η ίδια βρισκόταν στο κάτω επίπεδο μαζί με την Άμπερ. Ο Γκαετάν και ο Μάθιου εργάζονταν στο μπαρ του ισογείου, ενώ η Σιάν είχε αναλάβει να βρίσκεται στην είσοδο και να ελέγχει την πρόσβαση.
Παρούσα ήταν και η Τζέσικα Μορέτι, συνιδιοκτήτρια του καταστήματος μαζί με τον σύζυγό της Ζακ, η οποία είχε αναλάβει τη διαχείριση της βραδιάς και τις κρατήσεις.
Η Λουίζ, η οποία είχε προσληφθεί μόλις τρεις εβδομάδες νωρίτερα, στις 11 Δεκεμβρίου, ανέφερε πως «Δεν υπήρχε πολύς κόσμος». Ωστόσο, λίγο μετά τα μεσάνυχτα και συγκεκριμένα γύρω στη 1:10 τα ξημερώματα, μια παρέα νεαρών που καθόταν δεξιά από τη σκάλα της είπε: «Ήρθε η ώρα, τα στέλνουμε όλα». Η παρέα αυτή είχε παραγγείλει περίπου δώδεκα μπουκάλια και ήταν εκείνη με τη μεγαλύτερη κράτηση της βραδιάς.
Ακολούθησε το καθιερωμένο σόου: Οι υπάλληλοι φορούν μάσκες, ανάβουν όλα τα πυροτεχνήματα εσωτερικού χώρου «ταυτόχρονα», βάζουν τη μουσική που ζήτησαν οι πελάτες. «Νομίζω ότι ήμασταν επτά ή οκτώ άτομα με τα μπουκάλια» είπε η Λουίζ. Μπροστά βρισκόταν η Σιάν, ανεβασμένη στους ώμους του Μάθιου, όπως είχε κάνει και στο παρελθόν.
Εκείνη τη στιγμή, χωρίς να το αντιληφθούν, ξεκίνησε η φωτιά: «Όλοι ήταν μεταμφιεσμένοι. Η Σιάν φορούσε κράνος, ο Μάθιου μάσκα. Ίσως το οπτικό τους πεδίο να ήταν περιορισμένο. Εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα ότι είχε πιάσει φωτιά. Το κατάλαβα αργότερα, βλέποντας τα βίντεο» ανέφερε.
«Χάθηκαν 30 με 35 δευτερόλεπτα»
Παρακολουθώντας το βιντεοληπτικό υλικό από το μοιραίο βράδυ, η Λουίζ συνειδητοποίησε ότι οι σπινθήρες από τα πυροτεχνήματα των μπουκαλιών προκάλεσαν φωτιά στις ηχομονωτικές επιφάνειες της οροφής. «Φαίνεται καθαρά ότι η φωτιά ξεκίνησε αμέσως μόλις φύγαμε με τα μπουκάλια. Χάθηκαν 30 με 35 δευτερόλεπτα. Με τη μουσική δυνατά, ο κόσμος δεν ακουγόταν. Είχαμε γυρισμένη την πλάτη και δεν βλέπαμε τι συνέβαινε», είπε.
Όταν κατάλαβε τι είχε συμβεί, ήταν ήδη αργά: «Σκέφτηκα αν προλάβαινα να περάσω πίσω από το μπαρ για να πάρω έναν κουβά με νερό, αλλά ήταν αδύνατον, όλα είχαν ήδη πάρει φωτιά». Η Λουίζ άρχισε να φωνάζει «βγείτε όλοι έξω!» και έτρεξε προς την έξοδο. Κατάφερε να διαφύγει από την κεντρική πόρτα κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, πριν «η φωτιά είχε εξαπλωθεί παντού».
Βγαίνοντας έξω, η νεαρή γυναίκα περιγράφει τις πρώτες εικόνες που αντίκρισε: «Μου φάνηκε ότι οι πυροσβέστες άργησαν πολύ να φτάσουν» ανέφερε. Στη συνέχεια έτρεξε στο απέναντι μπαρ, το “1900”, που είχε μετατραπεί σε πρόχειρο κέντρο πρώτων βοηθειών. «Υπήρχαν παντού άνθρωποι με εγκαύματα και αυτή η μυρωδιά… Ήταν φρικτό. Στο 1900 υπήρχαν καθρέφτες παντού και οι άνθρωποι έβλεπαν το είδωλό τους».
Η Λουίζ προσπάθησε να βοηθήσει όπως μπορούσε. «Μου έδιναν λεκάνες με νερό, πυροσβεστήρες. Όλοι φώναζαν. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε», κατέθεσε.
Σοβαρές ελλείψεις στα μέτρα ασφαλείας
Ερωτηθείσα για τα μέτρα ασφαλείας, η Λουίζ περιέγραψε σοβαρές ελλείψεις. Ερωτώμενη αν είχε λάβει οδηγίες για το τι πρέπει να κάνει σε περίπτωση πυρκαγιάς, απάντησε αρνητικά. Για πυροσβεστήρες ανέφερε ότι «νομίζω πως υπήρχε ένας στο μπαρ του πάνω ορόφου», ενώ για το κάτω επίπεδο δήλωσε ότι δεν γνώριζε.
Σε ό,τι αφορά τη χρήση των πυροτεχνημάτων, δήλωσε ότι δεν είχε λάβει ποτέ καμία οδηγία. Μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα εργασίας, είχε ήδη δει δύο φορές συναδέλφους να ανεβαίνουν στους ώμους άλλου εργαζομένου για να μεταφέρουν μπουκάλια με αναμμένα βεγγαλικά.
Επτά ημέρες μετά την τραγωδία, η Λουίζ δεν μπορούσε να συγκρατήσει τη συγκίνησή της κατά την κατάθεσή της, σύμφωνα με τους αστυνομικούς.
Για τους εργοδότες της, το ζευγάρι Μορέτι, ανέφερε ότι δεν είχε καμία προσωπική σχέση εκτός εργασίας. Τον Ζακ Μορέτι τον είχε δει μόνο μία φορά, ενώ με την Τζέσικα είχε συνεργαστεί συνολικά τέσσερις έως πέντε φορές.
Σχετικά με φήμες ότι η Τζέσικα Μορέτι έφυγε παίρνοντας τα χρήματα του ταμείου, η Λουίζ εμφανίστηκε επιφυλακτική. «Δεν είδα κανένα ταμείο. Την είδα απλώς να φεύγει βιαστικά», κατέθεσε.